Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD,   Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος | Ειδικευθείσα στην Πανεπιστημιακή κλινική του Gießen της Γερμανίας

   Π. Π. Γερμανού 44, Θεσσαλονίκη

   2310 283090

   contact@endomed.gr

βιταμινη D

Βιταμίνη D και σακχαρώδης διαβήτης

Απρίλιος 24, 2018 - Ε. Γιαζιτζόγλου MD- Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη - in category Σακχαρώδης διαβήτης

No Comments

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να θέσει τους ανθρώπους σε υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό PLOS ONE .
Η μελέτη, η οποία είναι η δουλειά των ερευνητών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια (UC),  της Ιατρικής σχολής του Σαν Ντιέγκο και του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σεούλ, δεν είναι η πρώτη που συνδέει τα υψηλότερα επίπεδα της βιταμίνης D με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.


Χαμηλή βιταμίνη D και υψηλότερος κίνδυνος διαβήτη τύπου 2

Ο καθηγητής Garland και οι συνάδελφοί του εξέτασαν 903 υγιείς ενήλικες. Εξετάστηκαν δείγματα αίματος για να αξιολογηθούν τα επίπεδα βιταμίνης 25 (OH) D και άλλες παράμετροι.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε άτομα με επίπεδα αίματος 25 (OH) D χαμηλότερα από 30 ng/ml ήταν πέντε φορές υψηλότερος σε σχέση με τα άτομα με επίπεδα υψηλότερα από 50 ng/ml.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι για να φθάσουν τα επίπεδα 25 (OH) D στο αίμα πάνω από 30 ng/ml, θα έπρεπε να παίρνουν καθημερινά περίπου 3.000 έως 5.000 IU βιταμίνης D.
Η έκθεση στον ήλιο, 10-15 λεπτά κάθε μέρα γύρω στο μεσημέρι, θα μπορούσε να μειώσει το ποσό αυτό.
Σημειώνουν ακόμη ότι τα επιθυμητά επίπεδα βιταμίνης D θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 ng/ml.


Σύμφωνα με μια άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes, υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της βιταμίνης D και της εμφάνιση διαβήτη ή προ-διαβήτη μετά την εγκυμοσύνη.
Η Caroline Kramer, και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, εξέτασαν σε 494 γυναίκες τα επίπεδα βιταμίνης D και παραθορμόνης.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 32% των γυναικών με μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D και ταυτόχρονα υψηλά επίπεδα παραθορμόνης PTH εμφάνισαν προδιαβήτη ή διαβήτη έως και 12 μήνες μετά τον τοκετό και τονίζουν την ανάγκη για τον έλεγχο των επιπέδων της παραθορμόνης και της βιταμίνης D (25-OH-D) σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης.

Βιταμίνη D και μηχανισμοί ανάπτυξης διαβήτη

Σχετικά με τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 υπάρχουν διάφορες προτάσεις.

Μια μελέτη που έγινε σε ποντίκια αποκάλυψε ότι η έλλειψη του υποδοχέα της βιταμίνης D ήταν συνδεδεμένη με υψηλότερα ποσοστά εκδήλωσης διαβήτη. Άλλες μελέτες έχουν υποδείξει ότι τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας έχουν υποδοχείς βιταμίνης D και ότι τα υποπροϊόντα βιταμίνης D στο σώμα διεγείρουν το πάγκρεας για να παράγει ινσουλίνη, με αποτέλεσμα η έλλειψη βιταμίνης D να προκαλεί μειωμένη έκκρισή της.

Επίσης, έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι δραστικοί μεταβολίτες της βιταμίνης D μπορούν να προστατεύσουν τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας, τα λεγόμενα β- κύτταρα, από τη λήψη ορισμένων σημάτων που προκαλούν φλεγμονή και κυτταρικό θάνατο.


Πόση βιταμίνη D χρειάζεστε;

Το ανθρώπινο σώμα χρειάζεται τη βιταμίνη D για να απορροφά το ασβέστιο κατά την πέψη.
Η βιταμίνη D είναι επίσης σημαντική για την κυτταρική ανάπτυξη, τη μυϊκή λειτουργία, την καταπολέμηση των λοιμώξεων και τη μείωση της φλεγμονής.

Ο οργανισμός αποκτά τη βιταμίνη D από φυσικά τρόφιμα, μερικά εμπλουτισμένα τρόφιμα, συμπληρώματα διατροφής και την έκθεση στον ήλιο. Μόλις βρεθεί στο σώμα, η βιταμίνη υφίσταται ορισμένες χημικές αλλαγές που θα την καταστήσουν βιολογικά χρήσιμη. Το ήπαρ είναι ο κύριος παραγωγός της βιολογικά δραστικής βιταμίνης D: εκεί μετατρέπεται η αδρανής μορφή σε μια ενεργή μορφή που ονομάζεται 25-υδροξυβιταμίνη D (25 [OH] D).
Τα επίπεδα 25 (OH) D στο αίμα θεωρούνται ο καλύτερος δείκτης της κατάστασης της βιταμίνης D στον οργανισμό.

Το Ινστιτούτο Ιατρικής των ΗΠΑ υποδηλώνει ότι επίπεδα 20 ng/ml είναι επαρκή για τα οστά και τη γενική υγεία σε υγιή άτομα ενώ ομάδες ερευνητών, όπως η παραπάνω, υποστηρίζουν ότι ο στόχος θα πρέπει να είναι πολύ υψηλότερος, έως και 50 ng/ml, ειδικά για τα άτομα που πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα – τα οποία παρουσιάζουν συχνότερα και πολύ σημαντικότερη έλλειψη της βιταμίνης.

Γιαζιτζόγλου Ευαγγελία
Ενδοκρινολόγος

Πηγή

 

 

 

 

 

 

Facebooktwittergoogle_pluslinkedin

Share this article

Ε. Γιαζιτζόγλου MD- Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη

Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος

1 comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*