Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD,   Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος

   Π. Π. Γερμανού 44, Θεσσαλονίκη

   2310 283090

   contact@endomed.gr

blond_worried_thinking_face_woman_question

Συμπτώματα υποθυρεοειδισμού παρά τη φυσιολογική TSH

Οκτώβριος 29, 2016 - Ε. Γιαζιτζόγλου MD- Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη - in category Θυρεοειδής

No Comments

Ενημέρωση από την ενδοκρινολόγο Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου – Θεσσαλονίκη

Παρά τη διαπίστωση φυσιολογικών επιπέδων θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) στις εργαστηριακές εξετάσεις, πολλοί ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για υποθυρεοειδισμό με λεβοθυροξίνη (L-T4), συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν συμπτώματα που σχετίζονται με την υπολειτουργία του θυρεοειδούς, όπως το αυξημένο αίσθημα κόπωσης καθώς και να εμφανίζουν ένα υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) και μια μεγαλύτερη πιθανότητα λήψης αντικαταθλιπτικών δισκίων και βήτα-αναστολέων, σε σύγκριση με υγιείς μάρτυρες, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Πολλοί ασθενείς με υποθυρεοειδισμό παραπονιούνται για έντονη δυσκολία στην προσπάθεια να χάσουν βάρος, αισθάνονται υποτονικοί, έχουν τάσεις για κατάθλιψη, παρά το ότι λαμβάνουν θεραπεία για τον υποθυρεοειδισμό.

Σημαίνει η κανονική TSH απαραίτητα ευθυρεοειδισμό;

Η μελέτη που δημοσιεύθηκε αυτόν το μήνα στο έγκριτο περιοδικό Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism με επικεφαλής τη συγγραφέα Sarah J. Peterson, PhD, της πανεπιστημιακής κλινικής Rush Medical Center του Σικάγο χρησιμοποίησε τη βάση δεδομένων της National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES), συμπεριλαμβάνοντας 9981 άτομα που είχαν φυσιολογική TSH στον ορό, μεταξύ των οποίων 469 που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με λεβοθυροξίνη L-Τ4.

Συγκρίνοντας τους υγιείς μάρτυρες με εκείνους που λάμβαναν L-T4 με βάση την ηλικία, το φύλο, τη φυλή και τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη TSH του ορού, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι εκείνοι υπό θεραπεία με λεβοθυροξίνη είχαν περίπου 10% έως 15% υψηλότερα επίπεδα ολικής και ελεύθερης θυροξίνης (Τ4) και περίπου 5% έως 10% χαμηλότερα επίπεδα Τ3 (τριιωδοθυρονίνης) σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες.

Επίσης, οι αναλογίες Τ3:Τ4 στην ομάδα ασθενών υπό αγωγή με L-Τ4 ήταν περίπου 15% έως 20% χαμηλότερες σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες.

Επίσης, σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, οι ασθενείς υπό θεραπεία με L-Τ4 εμφάνισαν σημαντικές διαφορές σε επτά αντικειμενικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένων του δείκτη μάζας σώματος, της ολικής χοληστερόλης, της HDL χοληστερόλης και της LDL χοληστερόλης όπως και στη χρήση β-αποκλειστών, αντικαταθλιπτικών και αντιλιπιδαιμικών φαρμάκων όπως οι στατίνες.

Εντοπίστηκαν επίσης σημαντικές διαφορές σχετικά με τη φυσική δραστηριότητα και την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών: εκείνοι που λάμβαναν L-Τ4 ζύγιζαν κατά μέσο όρο 10 κιλά περισσότερο από τους υγιείς μάρτυρες του ίδιου ύψους, παρά την κατανάλωση λιγότερων θερμίδων και ήταν σημαντικά λιγότερο σωματικά δραστήριοι.

Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι αν και αναγνωρίζουμε ότι αυτές οι παράμετροι δεν είναι ειδικοί δείκτες του υποθυρεοειδισμού και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ήταν διαφορετικές μεταξύ των ομάδων και πριν από τη θεραπεία με L-Τ4, αυτό δε μειώνει το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί να αποτελούν μια ισχυρή αμφισβήτηση για το δόγμα ότι μία «κανονική» TSH ορού ισοδυναμεί με πραγματικό ευθυρεοειδισμό σε όσους λαμβάνουν L-Τ4.

Είναι τα επίπεδα Τ3 φυσιολογικά σε εκείνους που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη;

Μέχρι τώρα επικρατούσε η άποψη ότι τα επίπεδα Τ3 του ορού θα έπρεπε να είναι φυσιολογικά στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοθυροξίνη για υποθυρεοειδισμό καθώς η L-Τ4, σε δόσεις που διορθώνει την TSH στον ορό, θα έπρεπε να μετατρέπεται αποτελεσματικά στην τριιωδοθυρονίνη Τ3 ώστε να διατηρείται η ομοιόσταση στον οργανισμό.

Ωστόσο, ορισμένες σχετικά πρόσφατες μελέτες, όπως η παραπάνω, επιβεβαιώνουν ότι η Τ3 του ορού είναι χαμηλότερη σε αυτούς τους ασθενείς.

Έρευνες σε πειραματόζωα με πρωτογενή υποθυρεοειδισμό στην πραγματικότητα υποδηλώνουν ότι η μονοθεραπεία με L-T4 δεν αρκεί για να ομαλοποιήσει τα επίπεδα των ορμονών θυρεοειδούς σε κυτταρικό επίπεδο ή άλλες βιολογικές παραμέτρους που εξαρτώνται από τις ορμόνες του θυρεοειδούς, όπως η χοληστερόλη του ορού.

Λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία χρήση της λεβοθυροξίνης, τα παραπάνω ευρήματα που σχετίζονται με την παραμονή των συμπτωμάτων στους ασθενείς, έχουν σημαντικές κλινικές επιπτώσεις, τόνισαν οι ερευνητές, υπονοώντας ότι η θεραπεία με λεβοθυροξίνη μπορεί όντως να παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς.

Γιαζιτζόγλου Ευαγγελία
Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος

 

 

Facebooktwittergoogle_pluslinkedin

Share this article

Ε. Γιαζιτζόγλου MD- Ενδοκρινολόγος, Θεσσαλονίκη

Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*